Κυριακή 1 Μαρτίου 2026


Benvenuto marzo!

Καλώς ήρθες Μάρτη!

👉 I mesi
di Giovan Battista Basile

Οι μήνες,
του Giovan Battista Basile

Ένα παραμύθι από την Ιταλία

Ο Τσιάννε και ο Λίζε είναι δύο αδέλφια, ο ένας είναι πλούσιος και ο άλλος φτωχός: ο Λίζε, επειδή είναι φτωχός και δεν δέχεται καμία βοήθεια από τον πλούσιο αδελφό του, φεύγει μακριά και κάνει τόσο μεγάλη περιουσία που γίνεται ζάπλουτος. Ο άλλος, από φθόνο, αναζητά την ίδια τύχη, αλλά όλα του πηγαίνουν τόσο στραβά που δεν μπορεί να γλιτώσει από μια μεγάλη συμφορά χωρίς τη βοήθεια του αδελφού του.

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχαν δύο νεαρά αδέλφια που διέφεραν μεταξύ τους όσο η μέρα με τη νύχτα. Ο μεγαλύτερος, ο Τσιάννε, φιλάργυρος και εγωιστής, είχε καταφέρει να πλουτίσει υπερβολικά, ενώ ο μικρότερος, ο Λίζε, γενναιόδωρος και αλτρουιστής, είχε περιέλθει σε τέτοια φτώχεια που το πρωί δεν ήξερε τι θα έτρωγε το βράδυ. Παρόλα αυτά, ο Λίζε ήταν πάντα χαρούμενος και πρόθυμος να βοηθήσει τον πλησίον του, ενώ ο Τσιάννε, καχύποπτος με τους πάντες και δύσπιστος, υπέφερε από μια διαρκή κακοκεφιά.

Μια μέρα ο Λίζε σκέφτηκε: Εδώ στο χωριό δεν πρόκειται να κάνω ποτέ την τύχη μου, και δεν μπορώ ούτε καν να ζητήσω από τον αδελφό μου να με βοηθήσει, γιατί θα του προξενούσα πολύ μεγάλη στεναχώρια. Είναι καλύτερα να φύγω. Είμαι νέος και έχω όρεξη για δουλειά˙ ο Ουρανός θα με βοηθήσει.

Είπε και ελάλησε, και χωρίς να πάρει μαζί του ούτε ένα δισάκι, αφού δεν κατείχε τίποτα, πήρε τον πρώτο δρόμο που είδε μπροστά του και ξεκίνησε, ακολουθώντας τη μύτη του.

Διέσχισε διάφορες περιοχές, αλλά μάταια˙ η τύχη έμοιαζε να γυρίζει την πλάτη στον νεαρό, ο οποίος όμως δεν είχε χάσει τη συνηθισμένη του καλή διάθεση.

Ένα βράδυ ο Λίζε βρέθηκε εν μέσω μιας μανιασμένης καταιγίδας και σε μια στιγμή έγινε μούσκεμα ως το κόκαλο. Για καλή του τύχη, είδε στο βάθος το μικρό φως μιας αγροικίας όπου σίγουρα θα ήταν αναμμένη η φωτιά˙ πράγματι, την είδε να λαμπυρίζει μέσα από τα τζάμια. Τουλάχιστον θα μπορέσω να στεγνώσω τα ρούχα μου, σκέφτηκε με χαρά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Το πανδοχείο ήταν γεμάτο από δώδεκα ταξιδιώτες που κάθονταν σε κύκλο γύρω από το τζάκι, και δεν υπήρχε θέση γι’ αυτόν.

— Καλησπέρα σας, κύριοι, είπε με σεβασμό και κάθισε παράμερα για να μην ενοχλήσει. Οι δώδεκα χαρακτήρες γύρισαν όλοι μαζί να τον κοιτάξουν και, παρατηρώντας ότι έσταζαν νερά από παντού πάνω του, παραμέρισαν λίγο.

— Υπάρχει θέση και για σένα, είπε ευγενικά ένας από αυτούς. Έλα μπροστά και κάθισε εδώ μαζί μας. Ο Λίζε δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα˙ έσυρε την καρέκλα του κοντά στη φλόγα και άπλωσε τα χέρια του στην ευχάριστη ζέστη. Καθώς ζεσταινόταν, κοίταζε τον ταξιδιώτη που καθόταν δίπλα του και παρατήρησε ότι ήταν ένας μάλλον νέος άνδρας, αλλά με όψη συνοφρυωμένη, σαν κάποιος να τον είχε δυσαρεστήσει.

— Σε πέτυχε η καταιγίδα, ε; είπε ο άγνωστος που καθόταν δίπλα του. Τι έχεις να πεις γι’ αυτόν τον παλιόκαιρο;

— Τι θέλετε να πω; αποκρίθηκε ο Λίζε.  Βρισκόμαστε στον μήνα Μάρτιο και είναι σωστό να βρέχει. Εμείς πάντα παραπονιόμαστε: για το καλοκαίρι επειδή κάνει ζέστη, για τον χειμώνα επειδή κάνει κρύο και για τις ενδιάμεσες εποχές επειδή είναι άστατες. Όμως ο Κύριος έπλασε τα πάντα σωστά, και το φταίξιμο είναι δικό μας που είμαστε αχάριστοι.

— Μα για τον μήνα Μάρτιο, επέμεινε ο άγνωστος, τι γνώμη έχεις; Μετά από μια μέρα με ήλιο ακολουθεί μια μέρα με χιόνι˙ φυσάει λίγο χλιαρό αεράκι και αμέσως μετά έρχεται ένας παγωμένος βοριάς. Έχουν δίκιο εκείνοι που τον αποκαλούν τρελό και τον απεχθάνονται.

— Ω, όχι! αναφώνησε ο Λίζε ζωηρά.  Φυσάει, ναι, αλλά ο άνεμος χρησιμεύει για να διώχνει τα σύννεφα και να καθαρίζει καλά τον ουρανό. Χιονίζει, ναι, αλλά κανείς δεν φοβάται, γιατί το μαρτιάτικο χιόνι έρχεται το βράδυ και φεύγει το πρωί. Και στο κάτω - κάτω, είναι ο μήνας που αναγγέλλει την άνοιξη: αρκεί μια μέρα λιακάδας για να γεμίσουν τα λιβάδια με λουλούδια.

Οι δώδεκα ταξιδιώτες είχαν ακούσει χαμογελώντας, και περισσότερο απ’ όλους χαμογελούσε ο νεαρός άγνωστος που καθόταν δίπλα στον Λίζε.

— Είσαι πραγματικά σοφός, φίλε μου! είπε ψάχνοντας στο δισάκι του και έβγαλε ένα ξύλινο σκαλιστό κουτάκι.  Δέξου το ως ενθύμιο από εμένα. Όταν θα έχεις ανάγκη από κάτι, άνοιξέ το και η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί. Εμείς τώρα πρέπει να φύγουμε.

Και πράγματι, οι δώδεκα ταξιδιώτες σηκώθηκαν και βγήκαν από το πανδοχείο, ενώ ο Λίζε, έκπληκτος και άναυδος, τους ευχαριστούσε με όλη του την καρδιά. Βγήκε και αυτός και συνέχισε τον δρόμο του, αλλά ένιωθε εξαντλημένος από την κούραση.

Τι να έχει άραγε εδώ μέσα; αναρωτήθηκε ανοίγοντας το κουτάκι.  Θα ήθελα να βρεθώ μέσα σε μια ωραία άμαξα επενδυμένη με βελούδο, την οποία να σέρνουν δύο άλογα.

Μόλις είχε πει αυτά τα λόγια, και μέσα από το κουτάκι ξεπήδησε μια μικροσκοπική αμαξούλα επενδυμένη με κόκκινο βελούδο, η οποία αμέσως μεγάλωσε και έγινε μια αληθινή άμαξα που την έσερναν δύο ορμητικά άλογα. Ο Λίζε μπήκε μέσα πανευτυχής και συνέχισε το ταξίδι του. Καλπάζοντας και τρέχοντας, η άμαξα του Λίζε διένυσε μια μεγάλη απόσταση. Σε κάποιο σημείο ένιωσε μια μεγάλη πείνα˙ άνοιξε το κουτάκι και είπε: Θα ήθελα ένα καλό γεύμα. Και αμέσως, ένα τραπέζι μεγαλοπρεπώς στρωμένο και γεμάτο με εκλεκτά εδέσματα εμφανίστηκε μπροστά του. Και τώρα θα ήθελα να κοιμηθώ, κατέληξε, ακόμα έκπληκτος.

Και αμέσως, η άμαξα σταμάτησε μπροστά σε μια πολυτελή σκηνή από κόκκινο δαμασκηνί ύφασμα, όπου ήταν ετοιμασμένο ένα μαλακό κρεβάτι. Ο νεαρός κοιμήθηκε του καλού καιρού και το πρωί ξύπνησε φρέσκος και ξεκούραστος. Την βρήκα κιόλας την τύχη μου, συμπέρανε. Δεν μου μένει παρά να γυρίσω σπίτι για να αγκαλιάσω ξανά τον αδελφό μου. Αλλά θέλω ρούχα αντάξια ενός βασιλιά. Και αμέσως εμφανίστηκε μια μεγαλοπρεπής στολή, όλη από μαύρο ύφασμα με κίτρινη μάλλινη φόδρα, κεντημένη με χρυσό και ασήμι.

Έτσι ο Λίζε επέστρεψε στο σπίτι και παρουσιάστηκε στον αδελφό του, ο οποίος τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό.
— Πώς κατάφερες να γίνεις τόσο πλούσιος; ρώτησε αμέσως. Δείξε μου τον τρόπο και μένα.

Ο Λίζε δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα: διηγήθηκε τη βραδιά που πέρασε στο πανδοχείο, τη συνάντηση με τους δώδεκα ταξιδιώτες και το δώρο που του είχαν κάνει. 

— Πρέπει να βγω για μια επείγουσα δουλειά, είπε ο Τσιάννε εκείνη τη στιγμή. Περίμενέ με εδώ.

Σέλωσε βιαστικά το άλογό του και έφυγε με ορμητικό καλπασμό προς το πανδοχείο της υπαίθρου. Έφτασε εκεί προς το βράδυ, αλλά στον δρόμο τον έπιασε μια σφοδρή καταιγίδα που τον έκανε μούσκεμα ως το κόκαλο. Γκρινιάζοντας γεμάτος κακοκεφιά, μπήκε στο πανδοχείο και είδε τους δώδεκα ταξιδιώτες καθισμένους κοντά στη φωτιά.

— Παραμερίστε λίγο, γιατί έχω κι εγώ το δικαίωμα να στεγνώσω, είπε απότομα. Ανάθεμα σε αυτόν τον καταραμένο μήνα Μάρτιο. Οι ταξιδιώτες τού έκαναν χώρο κοντά στη φωτιά, και ο νεαρός που καθόταν δίπλα του ρώτησε:

— Τι γνώμη έχεις για τον μήνα Μάρτιο;
— Ότι είναι τρελός! φώναξε ο Τσιάννε εξοργισμένος. Σήμερα έχει ήλιο και αύριο χιόνι˙ σήμερα έχει ζέστη που σκας και αύριο κρύο που παγώνεις. Θα ήμουν πολύ ευτυχισμένος αν ήταν δυνατόν να τον σβήσουν από το ημερολόγιο.

Οι δώδεκα ταξιδιώτες ήταν ακριβώς οι δώδεκα μήνες, και εκείνος που μιλούσε ήταν ο ίδιος ο μήνας Μάρτιος. Έψαξε στο δισάκι του και έβγαλε ένα μακρύ μπαστούνι.
— Δέξου το ως ενθύμιο από εμένα, είπε ευγενικά. Όταν διατάξεις: 
Μπαστούνι, δώσ’ μου εκατό, η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί αμέσως.

Εκατό σκούδα!* σκέφτηκε ο Τσιάννε μέσα του, Ζήτω!. Οι ταξιδιώτες έφυγαν, και ο Τσιάννε βγήκε αμέσως μετά˙ πήδηξε στο άλογο και κάλπασε προς το σπίτι. Μόλις έφτασε σε μια ερημική τοποθεσία, σταμάτησε το άλογο και διέταξε το μπαστούνι: 

— Μπαστούνι, δώσ’ μου εκατό! Αμέσως το μπαστούνι άρχισε να του ρίχνει μια βροχή από ξυλιές, και μάταια ο Τσιάννε άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει. Το μπαστούνι τον καταδίωκε και ούτε ένα χτύπημα δεν πήγαινε χαμένο. Τελικά, πονεμένος και γεμάτος καρούμπαλα, έφτασε στην πόρτα του σπιτιού του.

— Βοήθησέ με, αδελφέ μου! ικέτεψε. Αμέσως ο Λίζε άνοιξε το κουτάκι και διέταξε το μπαστούνι να σταματήσει. Επιτέλους το μπαστούνι σταμάτησε, και ο Τσιάννε μπόρεσε να πέσει στο κρεβάτι και να συνέλθει από τον φόβο και την κούραση.

— Αλίμονο, αλίμονο! Κλαψούριζε. Να το ωραίο δώρο που μου έκαναν οι φίλοι σου!
— Αυτή ήταν λοιπόν η επείγουσα δουλειά σου; ρώτησε ο Λίζε. Γιατί δεν μου είπες την αλήθεια; Θα σου είχα μάθει πώς να φερθείς. Και τι ανάγκη έχεις, στο κάτω - κάτω, από πλούτη; Έχουμε ήδη ένα κουτάκι: δεν φτάνει και για τους δύο;
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Τσιάννε τού ζήτησε συγγνώμη για την περασμένη του σκληρότητα και, αφού έκαναν μια συμφωνία σαν κι αυτές που κάνουν οι έμποροι για να κρατούν ψηλά τις τιμές, απόλαυσαν μαζί την καλοτυχία τους. Από τότε και στο εξής, ο Τσιάννε έλεγε καλά λόγια για το καθετί, όσο δυσάρεστο κι αν ήταν, γιατί 
όποιος καεί με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι.


* Σκούδα: παλαιότερα ιταλικά νομίσματα

Μετάφραση από τα ιταλικά,
Ανθούλα Π. Βεζύρη

Ανθούλα Π. Βεζύρη


 













Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

 

Photo: Αριέττα Πούλιου

Το Βενετσιάνικο Καρναβάλι
της Κέρκυρας



ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΙΕΤΤΑ ΠΟΥΛΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ

26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2023


Αινιγματικοί μαρκήσιοι και αναγεννησιακές κοντέσες με φανταχτερά κοστούμια παρελαύνουν με κομψότητα και χάρη στο εντυπωσιακό Λιστόν

Την εποχή αυτή, που οι αποκριάτικες εκδηλώσεις κορυφώνονται και οι περισσότεροι χαζεύουμε μαγεμένοι τις παραμυθένιες εικόνες με τα εκπληκτικά κοστούμια εποχής και τις περίτεχνες μάσκες που πλημμυρίζουν τα στενά της Βενετίας, η Κέρκυρα ζει το δικό της παραμύθι: Αυτό που κληρονόμησε από τους Ενετούς, πάντρεψε με τα δικά της έθιμα και προσφέρει με ολοζώντανο τρόπο σε όσους έχουν την τύχη να βρεθούν την εποχή του καρναβαλιού στην αρχόντισσα των Επτανήσων.

Με παρουσία 400 ετών στην Κέρκυρα, τα σημάδια των Ενετικών καταβολών του νησιού είναι εμφανή σε όλες τις εκφάνσεις της κερκυραϊκής κουλτούρας: στην αρχιτεκτονική δημοσίων χώρων και παλιών αρχοντικών, στις τέχνες και τον πολιτισμό, στη μουσική, τους γλωσσικούς ιδιωματισμούς και την προφορά των Κερκυραίων, στη γαστρονομία και τα έθιμα που διατηρούνται πλήρως αφομοιωμένα και εναρμονισμένα με τα ντόπια ήθη και τις παραδόσεις του πανέμορφου νησιού. Το ίδιο συνέβη με τα έθιμα της αποκριάς και τον θεαματικό τρόπο εορτασμού του καρναβαλιού, που αριστοκράτες και ευγενείς έφεραν απ΄τα κανάλια και τις πλατείες της Γαληνοτάτης στα στενά της παλιάς πόλης της Κέρκυρας.

Καντρίλιες, Λανσιέδες, Γκιόστρες
και Πετεγολέτσες

Μαζί με τους Ενετούς, Κερκυραίοι ευγενείς και επιφανείς αστοί εγγεγραμμένοι στο Αρχοντολόγιο – το περίφημο Libro d`oro – διοργάνωναν αποκριάτικους χορούς, χαρτοπαίγνια και γλέντια σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους που κρατούσαν ως το ξημέρωμα. Στη σημερινή πλατεία του Παλαιού Δημαρχείου, κέντρο της κοινωνικής ζωής της Ενετικής περιόδου του νησιού, το κτήριο που αργότερα στέγασε το Λυρικό Θέατρο San Giacomo, έγινε αμέσως το πιο γνωστό σημείο συνάντησης των Ενετών ευγενών και της τοπικής κοινωνίας, λειτουργώντας σαν μια ιταλική Loggia di Nobili. Εκεί επιδεικνύονταν τα φανταχτερά κοστούμια και οι πλουμιστές στολές, τόσο περίτεχνες που συχνά προετοιμάζονταν και ράβονταν από τον προηγούμενο χρόνο. Αλλά και στο ίδιο το San Giacomo λάμβαναν χώρα μασκαράτες και χοροεσπερίδες που προκαλούσαν αίσθηση. Όσο για τις υπαίθριες εκδηλώσεις, αυτές είχαν ως επίκεντρο τη Σπιανάδα που στολίζονταν με γιρλάντες για να υποδεχθεί τους μασκαρεμένους που διασκέδαζαν χορεύοντας.


Τις καντρίλιες και τους λανσιέδες, τους δύο ευρωπαϊκούς χορούς που έχουν συνδεθεί με το καρναβάλι, δεν άργησαν να τους διδαχθούν οι Κερκυραίοι και να τους εντάξουν στις διασκεδάσεις της αποκριάς. Είτε γύρω από το γαϊτανάκι είτε με αντικρυστά ζευγάρια που εναλλάσσονταν μεταξύ τους ή με σταυρωτά ζευγάρια που σχημάτιζαν τετράγωνο κι εκτελούσαν διάφορες φιγούρες, τα δύο αυτά είδη λαϊκών χορών δεν άργησαν να κατακτήσουν τα αριστοκρατικά σαλόνια, όχι μόνο της Κέρκυρας αλλά και όλων των Επτανήσων, εκτοξεύοντας το ξεφάντωμα και το κέφι.

Αναπόσπαστο μέρος των αποκριάτικων εθίμων και των καρναβαλικών εκδηλώσεων, που διασκέδαζαν το πλήθος, δεν ήταν μόνο οι χοροί αλλά και οι ιππικοί αγώνες, οι γκιόστρες – giostre που οι Ενετοί είχαν καθιερώσει στην Κέρκυρα ήδη από τον 16ο αιώνα. Με ρίζες στα ρωμαϊκά χρόνια και επιρροές από τα αναγεννησιακά ιδεώδη που αναβίωναν το πνεύμα του ιπποτισμού, στα πλαίσια του Carnevale διεξάγονταν στην πόλη της Κέρκυρας δύο giostre. Σ΄αυτή που λάμβανε χώρα στο Παλαιό Φρούριο συμμετείχε μόνο η στρατιωτική φρουρά, ενώ στη δεύτερη έπαιρναν μέρος οι νεαροί ευγενείς που συμμετείχαν στο Συμβούλιο της πόλης και σκηνικό αυτής ήταν η Κάτω Πλατεία. Αυτή η δεύτερη γκιόστρα από τον 18ο αιώνα μεταφέρθηκε στο Πλατύ Καντούνι – τότε Strata Larga – και είχε δύο μορφές, τις giostra all’ annello και giostra alla quintana ή saracino. Στην πρώτη οι έφιπποι που αγωνίζονταν προσπαθούσαν καλπάζοντας να περάσουν τη λόγχη τους μέσα από ένα δακτύλιο, ενώ στη δεύτερη στόχος ήταν τα περισσότερα δυνατά χτυπήματα σε ένα ανδρείκελο. Τους αγώνες συντόνιζε ο εκλεγμένος από το Συμβούλιο των Ευγενών Άρχοντας του Πεδίου – Maestro di Campo και το νικητή εξέλεγαν οι κριτές από το ξύλινο βάθρο τους στον οποίο απένειμαν το palio, χρυσοποίκιλτο ύφασμα και παραδοσιακό έπαθλο των ιππικών αγώνων, που στην προκείμενη περίπτωση έφερε τη φιγούρα του Αγίου Μάρκου, προστάτη της Βενετίας, μαζί με το έμβλημα της πόλης και τα οικόσημα των διαγωνιζομένων.

Photo: Αριέττα Πούλιου

Photo: Αριέττα Πούλιου

Παράλληλα με το ιπποτικό πνεύμα και την ιππική δεξιοτεχνία που επιδεικνύονταν στους αγώνες, το αποκριάτικο πνεύμα έπαιρνε μια πιο «πικάντικη» νότα με το τολμηρό κουτσομπολιό που αποκάλυπτε όλα όσα δεν έπρεπε να βγουν στη φόρα. Αυτά ήταν τα «πετεγολέτσα», τα κερκυραϊκά κουτσομπολιά από την ιταλική λέξη petegolo, που οι κυρίες αντάλλασσαν από τα ψηλά παράθυρα των σπιτιών, καυτηριάζοντας, σατιρίζοντας, διακωμωδώντας, κοροϊδεύοντας και ξεμπροστιάζοντας δημόσια πρόσωπα αλλά και απλούς συντοπίτες τους.

Όσο για την αυλαία του καρναβαλιού, αυτή όπως ακριβώς συνέβαινε στη Βενετία, έπεφτε τα μεσάνυχτα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς και μαζί της έπεφταν κι οι μάσκες των δόγηδων, των αρλεκίνων, των πιερότων, των κυριών επί των τιμών, των κολομπίνων και όλων όσων συμμετείχαν με κέφι και μπρίο στη γιορτή της αποκριάς.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και μαζί της έπεφταν κι οι μάσκες των δόγηδων, των αρλεκίνων, των πιερότων, των κυριών επί των τιμών, των κολομπίνων/
Photo: Αριέττα Πούλιου

Photo: Αριέττα Πούλιου

Photo: Αριέττα Πούλιου

Το βενετσιάνικο καρναβάλι στη σημερινή εποχή

Αιώνες πέρασαν, τους Ενετούς διαδέχθηκαν Γάλλοι και Βρετανοί, τα έθιμα όμως που συνόδευαν το βενετσιάνικο καρναβάλι παρέμειναν, διατηρήθηκαν και στις μέρες μας αναβιώνουν κάθε χρόνο, μετατρέποντας την πανέμορφη παλιά πόλης της Κέρκυρας σε μια μικρή Βενετία γεμάτη αναγεννησιακή κομψότητα και φανταχτερό μπαρόκ. Αυτό αντικατοπτρίζουν οι στολές εποχής, τα μπροκάρ κοστούμια, οι βελούδινες κάπες, τα σατέν φορέματα με τα κρινολίνα, τα πλουμιστά καπέλα με τούλια και φτερά, οι εντυπωσιακές περούκες και βέβαια οι ζωγραφιστές μάσκες που μεταμορφώνουν για λίγο τους Κερκυραίους σε σαγηνευτικές φιγούρες μιας άλλης εποχής.
Αυτές τις μέρες, η Κέρκυρα ζει για άλλη μια φορά στο κλίμα αυτό. Στα στολισμένα με πολύχρωμα σημαιάκια καντούνια, στρωμένα με σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο, οι πρώτες παρελάσεις – οι πολυαναμενόμενες «περατζάδες» έχουν ήδη ολοκληρωθεί και αναμένεται η κορύφωσή τους. Από την έναρξη των αποκριάτικων εκδηλώσεων στις 5 Φεβρουαρίου που όλοι μαζί τραγούδησαν στην Πλατεία Δημαρχείου «Έφτασε το καρναβάλι», έχουμε ήδη παρακολουθήσει αποκριάτικα δρώμενα και χορούς, μασκαράτες, τραγούδια και γαϊτανάκια από τις χορευτικές ομάδες του Λυκείου Ελληνίδων και άλλους συλλόγους. Το Λύκειο Ελληνίδων πρωτοστάτησε και στην περατζάδα στην πόλη με κερκυραϊκές φορεσιές και στην αντίστοιχη με θεαματικά κοστούμια εποχής την Κυριακή 12/2.

Photo: Αριέττα Πούλιου

Photo: Αριέττα Πούλιου

Ήταν η στιγμή που όλοι νοερά μεταφερθήκαμε σε μια άλλη εποχή, που νοιώσαμε πως δόγηδες και μαρκησίες ζουν ανάμεσά μας. Αίσθηση που κορυφώθηκε με τον «Χορό των Δόγηδων…ένα παράθυρο στο χρόνο» την Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου, όταν τύμπανα συνόδευσαν την παρέλαση των «Βενετσιάνων» και τα πλακόστρωτα στενά της παλιάς πόλης θύμισαν αυτά της Βενετίας. Φυσικά δεν έλειψε ούτε φέτος το καθιερωμένο «Κυνήγι του Θησαυρού» το προτελευταίο Σάββατο της Αποκριάς, που ξεκίνησε από την Κοφινέτα για να καταλήξει το βράδυ μπροστά στο πρώην Λυρικό θέατρο San Giacomo μ' ένα πλούσιο μουσικοχορευτικό show. Αλλά και την προτελευταία Κυριακή κυριάρχησαν οι βενετσιάνικες φιγούρες, που διέσχισαν το κοσμοπολίτικο Λιστόν με κατεύθυνση το Ανάκτορο Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, για να ακολουθήσουν ομάδες δημοτικών σχολείων, σχολές χορού και πολιτιστικοί σύλλογοι μασκαρεμένοι στα πιο ευφάνταστα θέματα.

Για όσους δεν χόρτασαν το νοσταλγικό θέαμα του βενετσιάνικου καρναβαλιού, μια από τις πιο γραφικές μικρές πλατείες στη γειτονιά του Καμπιέλο, όπου παραδοσιακά κατοικούσαν οι Ενετοί, ήταν το σημείο που συγκεντρώθηκε για άλλη μια φορά το Λύκειο Ελληνίδων το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου. Εκεί, μπροστά στο Βενετσιάνικο Πηγάδι, υπό τους ήχους live μουσικής από σαξόφωνο και με φόντο ιστορικά κτήρια σε παστέλ τόνους και ενετική βόλτα, χόρεψαν, φωτογραφήθηκαν, μας προσέφεραν κρασί και μας χάρισαν το πιο ρομαντικό και ατμοσφαιρικό αποκριάτικο σκηνικό.

Όσο για τις πετεγολέτσες, το έθιμο έχει πάρει πραγματικά άλλη διάσταση κι αποτελεί πολυαναμενόμενο happening από τους ντόπιους κι όσους έχει τύχει να το παρακολουθήσουν. Η Πλακάδα του Αγίου ήταν η φετινή τοποθεσία, με μπουγάδες να ενώνουν γειτονικά μπαλκόνια και τις Κερκυραίες να επιδίδονται σε απολαυστικά θεατρικά κουτσομπολιά. Και μπορεί οι γκιόστρες να έχουν πια εκλείψει, οι καντρίλιες, ωστόσο, καλά κρατούν όπως απέδειξε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λευκίμης «Ο Γαρουφαλιής» χορεύοντας σ’ αυτό το ίδιο σημείο. Εδώ, εξάλλου, οι αποκριάτικες εκδηλώσεις θα κορυφωθούν την Κυριακή με τραγούδια, χορό και κεράσματα από τον Ελληνορωσικό Σύλλογο Κέρκυρας και βέβαια μια τελευταία περατζάδα με κοστούμια εποχής στο ιστορικό κέντρο, που αυτή τη φορά θα συνοδεύουν οι τυμπανιστές της Παλαιάς Φιλαρμονικής. Το μόνο που απομένει είναι η μεγάλη καρναβαλική παρέλαση της και βέβαια η ανάγνωση της διαθήκης του Σιόρ Καρνάβαλου και το κάψιμό του.


Με τόσο ξεχωριστές εκδηλώσεις, αξίζει έστω κι ένα ταξίδι αστραπή στην Κέρκυρα, για να πιάσετε θέση και ν’ αφήσετε την κορφιάτικη μασκαράτα να σας μεταφέρει σε μια άλλη εποχή, ξετυλίγοντας το ιστορικό αφήγημα του πανέμορφου νησιού και επιβεβαιώνοντας ακόμη μια φορά τη μοναδικότητά του.



8th March Happy Women's Day 8 marzo Felice giorno delle donne!