Back to school
👉 Πρώτη μέρα στο σχολείο:
4 συγγραφείς μοιράζονται στο Infokids μία ανάμνηση από αυτή την πρώτη αρχή
edaskalaki
Πρώτη μέρα στο σχολείο: Η συγγραφέας Ιωάννα Μπαμπέτα
θυμάται…
Η συγγραφέας Ιωάννα Μπαμπέτα, μοιράζεται μαζί μας
αναμνήσεις από την αρχή μιας καινούργιας σχολικής χρονιάς.
«Κρατούσα
σφιχτά ένα κόκκινο στυλό κι ένα μπλε όλο το βράδυ. Ένα σε
κάθε χέρι. Όταν το χέρι μου κουραζόταν, ακουμπούσα
τα στυλό πάνω στο μαξιλάρι και τα κοιτούσα. Δεν τα είχα
αποχωριστεί από το προηγούμενο απόγευμα που μου τα είχε αγοράσει η μαμά. Ένιωθα
πολύ μεγάλη. Όποιος έχει στυλό είναι μεγάλος. Η μαμά είχε, ο μπαμπάς είχε αλλά
και ο αδερφός μου. Τώρα είχα κι εγώ.
Θα πήγαινα επιτέλους στο μεγάλο σχολείο.
Καθώς περπατούσα
δίπλα στη μαμά εκείνο το πρωί, μου κρατούσε το χέρι κι
έτσι εγώ κρατούσα και τα δυο στυλό με το άλλο. Ίδρωναν οι παλάμες μου αλλά δεν
με ένοιαζε.
Φτάσαμε στο σχολείο και αντικρίσαμε το
προαύλιο που ήταν γεμάτο παιδιά και μεγάλους. Έμεινα κολλημένη στη φούστα της
μαμάς για λίγο. Για πολύ λίγο. Έπειτα σφίγγοντας τα στυλό έτρεξα να παίξω με την
Ελευθερία που την ήξερα από το Νηπιαγωγείο.
Και κάπως έτσι κύλησε η
πρώτη μέρα αλλά και οι επόμενες. Με γέλια, παιχνίδια, βιβλία, τετράδια, ξύσματα
από τα μολύβια. Χωρίς
στυλό όμως. Κι αυτό γιατί όσο κι αν αγαπούσα τα στυλό, όσο κι
αν τα κρατούσα σφιχτά στην παλάμη μου, τα έχασα εκείνη την πρώτη μέρα, πάνω στο
παιχνίδι. Η δασκάλα μου η κυρία Πιπίτσα προσπάθησε να με παρηγορήσει. «Μη στεναχωριέσαι Ιωάννα μου, δεν
θα χρειαστούμε στυλό, μέχρι να μάθουμε να γράφουμε πολύ καλά!»
Ίσως επειδή γέλασα αλλά έκλαψα
και πολύ εκείνη τη μέρα, ίσως γιατί πλέον έμαθα να γράφω καλά, να αγοράζω
κάθε χρόνο πριν ανοίξουν τα σχολεία, ένα
κόκκινο κι ένα μπλε στυλό.
Πρώτη μέρα στο σχολείο: Ο συγγραφέας Κώστας Κρομμύδας θυμάται…
Ο Κώστας Κρομμύδας, συγγραφέας και ηθοποιός, ανακαλεί
με την ευκαιρία του αγιασμού και της αρχής του σχολείου αναμνήσεις από μια άλλη
εποχή.
«Η
πρώτη μέρα στο σχολείο είναι για κάθε παιδί μια στιγμή που μένει χαραγμένη στη
μνήμη του. Για μένα, αυτή η μέρα γυρίζει πίσω στον χρόνο, στην πρώτη τάξη του
δημοτικού, σ’ ένα μικρό σχολείο στον Πύργο Τρικάλων. Το κτίριο ήταν το κλασικό
ελληνικό σχολείο της εποχής: ένα μακρόστενο κτίσμα, με τις αίθουσες στη σειρά,
η καθεμία να φιλοξενεί δύο διαφορετικές τάξεις.
Παρά
τον φόβο που νιώθαμε για τον δάσκαλο – τότε η αυστηρότητα ήταν κανόνας – η
αλήθεια είναι πως μου άρεσε να πηγαίνω στο σχολείο. Ακόμα κι όταν σχολούσαμε
νωρίς το απόγευμα, ανυπομονούσα για την επόμενη μέρα. Στην εποχή μου, δεν
μαθαίναμε μόνο γράμματα· συμμετείχαμε σε όλες τις δουλειές του σχολείου.
Καθαρίζαμε τις αίθουσες, ανάβαμε τις σόμπες τον χειμώνα, φροντίζαμε τον χώρο
σαν να ήταν το σπίτι μας. Αυτή η αίσθηση ευθύνης, νομίζω, μας διαμόρφωνε με τον
δικό της τρόπο.
Ο
δάσκαλος εκείνων των χρόνων, βέβαια, θα μείνει αξέχαστος κυρίως για τον χάρακα
που κρατούσε. Οι ξυλιές στα χέρια για τις αταξίες ήταν κάτι συνηθισμένο και
κανείς δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί. Θυμάμαι ακόμα εκείνη την πρώτη μέρα, όταν
μερικά κορίτσια είχαν ξεχάσει να φορέσουν τις ποδιές τους – υποχρεωτικές τότε –
και ο δάσκαλος τις έδιωξε από το σχολείο. Ήταν μια εποχή που η πειθαρχία
περνούσε πάνω απ’ όλα, ακόμα κι αν σήμερα τέτοιες πρακτικές θεωρούνται
αδιανόητες.
Παρά τον φόβο για την τιμωρία, αγαπούσαμε τα γράμματα. Διαβάζαμε, μαθαίναμε, παίζαμε στα διαλείμματα και ζούσαμε την παιδική μας ηλικία με μια αθωότητα που σήμερα δύσκολα συναντάς. Τα χρόνια εκείνα είχαν δυσκολίες, αλλά όταν τα κοιτάζω πίσω, τα βλέπω μέσα από έναν φακό νοσταλγίας. Ήταν ανέμελα χρόνια, γεμάτα μικρές χαρές. Και πάντα, μα πάντα, μετρούσαμε τις μέρες μέχρι να έρθει το καλοκαίρι, τότε που το σχολείο θα τελείωνε και θα ξεκινούσε η ελευθερία της παιδικής ξεγνοιασιάς.
Η πρώτη εκείνη μέρα, με τον φόβο, τη χαρά και την περιέργεια, ήταν η αρχή ενός ταξιδιού που θα με συνόδευε για πάντα. Γιατί, όσο κι αν αλλάξουν οι εποχές, τα σχολικά χρόνια μένουν πάντα ένας από τους πιο γλυκούς σταθμούς της ζωής μας.
Πρώτη μέρα στο σχολείο: Η συγγραφέας Βέρα Πρατικάκη
ανακαλεί -όχι και τόσο μακρινές- μνήμες!
Η συγγραφέας παιδικών βιβλίων Βέρα
Πρατικάκη, μοιράζεται μαζί μας αναμνήσεις από την αρχή μιας καινούργιας
σχολικής χρονιάς.
«Ήδη από τα τέλη Αυγούστου, χορτάτη πια από τις διακοπές του καλοκαιριού,
θυμάμαι να τρώω καρπούζι στην παραλία και να με πιάνει μια ανυπομονησία να
γυρίσουμε σπίτι να πάμε να πάρουμε τα σχολικά βιβλία, να τα ντύσουμε, και
κυρίως να διαλέξω τα τετράδιά μου και τα στυλό μου. Χρειαζόμουν πολλή ώρα για
να καταλήξω στις τελικές μου επιλογές. Το βράδυ πριν την πρώτη μέρα ετοίμαζα τα
πράγματά μου και με έπιανε μια συνηθισμένη αγωνία: να κοιμηθώ νωρίς γιατί όπως
έλεγε η μαμά μου αλλιώς θα κοιμόμουν όρθια στο σχολείο.
Ξυπνούσα πάντα πριν το ξυπνητήρι. Η μέρα ξεκινούσε με ένα μείγμα
ενθουσιασμού, αλλά και αγωνίας: πώς θα είναι φέτος τα πράγματα; πώς θα είναι η
δασκάλα μας; Θα μου αρέσει να πηγαίνω κάθε μέρα; Το άγνωστο. Η αλλαγή. Το
καινούργιο. Το αγαπούσα το σχολείο μου, ακόμα το αγαπώ! Στο πρωινό τραπέζι όλη
η οικογένεια μαζεμένη. Ένιωθες ότι έχει κάτι ιδιαίτερο η συγκεκριμένη μέρα. Λες
και το γάλα με τα δημητριακά ήταν ξαφνικά πιο νόστιμο, ή ότι η τηλεόραση με τα
πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ηχούσε πιο μελωδική.
Τα ρούχα μου πολύ προσεκτικά διαλεγμένα. Και φυσικά η αιώνια άρνηση να πάρω
ζακέτα, παρόλο που τα φθινοπωρινά πρωινά είχαν μια ψύχρα, γιατί δεν είχα καμία
όρεξη να την κουβαλάω. Στο σχολικό ήδη σκέφτομαι, θα προλάβουμε να φτάσουμε
νωρίς για να διαλέξω θρανίο; Στο προαύλιο, οι ήχοι και οι εικόνες πολλές.
Κατευθύνομαι προς το τμήμα μου σκανάροντας τους καθαρούς άδειους χώρους, τα
ταμπλό που είναι ακόμα κενά και περιμένουν να γεμίσουν με τις φετινές ζωγραφιές
και διακρίσεις των μαθητών. Εντοπίζω την τάξη μου και μπαίνω μέσα, νιώθοντας
οικεία στην φασαρία των παιδιών που έχουν ήδη φτάσει. ‘Γεια! Πώς πέρασες το
καλοκαίρι; Τι κάνεις; Ωραία τσάντα!’ Ανταλλάσσουμε μερικές κουβέντες με τους
παλιούς συμμαθητές και αναζητώ με το βλέμμα μου τα ‘καινούργια παιδιά’.
Και φυσικά χωρίς να χάνω χρόνο διαλέγω την ‘τέλεια θέση’. Και το κυριότερο, φυλάω την διπλανή θέση για την κολλητή μου. Μόλις μπαίνει μέσα ένα πελώριο χαμόγελο απλώνεται στο πρόσωπό μου. Βγάζουμε τις κασετίνες μας, παραφουσκωμένες με πολύχρωμα μολύβια και με στυλό που μυρίζουν φρούτα, έχουν γκλίτερ ή οτιδήποτε άλλο και φυσικά ξεδιπλώνουμε και το ‘χαρτάκι επικοινωνίας’ μας, αμέσως: δηλαδή ένα χαρτί ανάμεσα στα θρανία μας στο οποίο σημειώναμε διάφορα πράγματα κατά την διάρκεια του μαθήματος γιατί νομίζαμε πως έτσι δεν μας καταλαβαίνει η ‘κυρία’. Ζωγραφίζουμε φατσούλες, σχολιάζουμε, γελάμε. Μέχρι και μυστική γλώσσα είχαμε εφεύρει, επινοώντας ένα αλφάβητο που μόνο εμείς καταλαβαίνουμε για να λέμε ανενόχλητες τα μυστικά μας κατά την διάρκεια φυσικά του μαθήματος.
Το κουδούνι χτυπάει, η δασκάλα μας μπαίνει μέσα και πριν ακόμα συστηθεί αρχίζουν οι πρώτες προβλέψεις: ‘θα είναι καλή, θα είναι αυστηρή, ωραίο φόρεμα, κουβαλάει πολλά βιβλία, ξέχασε το σφουγγάρι, έσπασε η κιμωλία’.
Και ακόμα μια σχολική χρονιά ξεκινάει!»
Πρώτη μέρα στο σχολείο… Η μαμά και συγγραφέας Μανίνα
Ζουμπουλάκη θυμάται
Η Μανίνα Ζουμπουλάκη, συγγραφέας και δημοσιογράφος,
μοιράζεται μαζί μας αναμνήσεις από τις πρώτες ημέρες σχολείου των παιδιών της.
«Και τα τρία παιδάκια μου ήταν πολύ κοινωνικά, πήγανε
με χαρά στο νηπιαγωγείο και μετά στο σχολείο – βοηθούσε που γνωριζόντουσαν με
τα άλλα παιδιά, τους συμμαθητές τους, από το πάρκο της γειτονιάς. Δεν θυμάμαι
την πρώτη μέρα του μεγάλου γιου μου, έχουν περάσει πολλά χρόνια, όταν όμως πήγα
να τον μαζέψω από την πρώτη μέρα του νηπιαγωγείου πήδηξε ξαφνικά επάνω μου κι
έμεινα κάγκελο, πιάστηκε φριχτά η μέση μου, έμεινα σα σίγμα τελικό για καμιά
βδομάδα… αλλά αυτό αφορά εμένα κι όχι τον μικρό: ο οποίος είχε περάσει υπέροχα,
μάλιστα ήθελε να ξαναπάει κι άλλη μέρα. (Άσχετα που, την τρίτη μέρα, ανακοίνωσε
ότι είχε τελειώσει με το σχολείο, δεν θα ξαναπήγαινε, γιατί «Είχε πάει ήδη δυο
μέρες, δεν ήταν και για χόρταση αυτή η ιστορία με το σχολείο»).
Η πρώτη μέρα σχολείου για τα μικρότερα παιδιά μου
ήταν ενθουσιώδης, επειδή είχε προηγηθεί προετοιμασία, και συνεννόηση με άλλες
μαμάδες στο πάρκο την προηγούμενη (μέρα), είχανε από μία ολοκαίνουργια ωραία
σχολική τσάντα, είχανε περπατήσει το ένα χιλιομετράκι μέχρι το σχολείο και
αισθανόντουσαν έτοιμοι για όλα. Η κόρη βρήκε κατευθείαν την κολλητή της και
εξαφανίστηκε, ο γιος έμεινε για λίγο στα κάγκελα, από τη μέσα μεριά κοντά
στην πόρτα, με μια μικρή ανασφάλεια, κατά πόσον θα πήγαινα όντως να τους μαζέψω
το μεσημέρι («Κι άμα μας ξεχάσεις, τι θα γίνουμε;»)
Δεν ξέχασα
ποτέ, κανένα παιδί μου, σε κανένα σχολείο, είχα απορήσει τότε με την ανασφάλεια
του μικρότερου γιου μου… ο οποίος ευτυχώς μετά από πέντε λεπτά είδε έναν δικό
του κολλητό από το πάρκο και πήρε δρόμο, εξαφανίστηκε ανάμεσα στα άλλα παιδάκια
στην σχολική αυλή.
Είναι μια περίεργη αίσθηση αυτή της πρώτης μέρας του
παιδιού σου στο σχολείο, λίγο θέλεις να βάλεις τα κλάματα, αλλά μαζεύεσαι
μάνι-μάνι, λες στον εαυτό σου εντάξει,
κάπου ώπα, κούλαρε, είναι φυσιολογικό κομμάτι
του μεγαλώματος, το να σου γυρνάει την πλάτη το παιδί σου και να ορμάει στην
κοινωνικότητα του σχολείου. Κι ενώ ήθελα όντως λίγο να βάλω τα κλάματα
την πρώτη μέρα του σχολείου και για τα τρία παιδάκια μου, στην πραγματικότητα
ήμουν περήφανη που ενώ ήτανε μια σταλιά πιτσιρίκια, μικρούτσικα και γλυκούτσικα,
ορίστε που δεν με είχαν ανάγκη, τουλάχιστον για τις ώρες κατά τις οποίες θα
βρισκόντουσαν στο σχολείο – και με την σιγουριά ότι θα τα μάζευα στο σχόλασμα…»















































