ΤΟ
ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΣΧΑ
πασχαλινά
αφηγήματα
Εισαγωγή
Νάσος
Βαγενάς
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ
Η
φωτογραφία του εξώφυλλου είναι
του Νίκου Κουλαμά
«Καθαρότατον
ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο,καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.
Χριστός
ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι».
Διονύσιος
Σολωμός
Η ημέρα της Λαμπρής, 1851
Άκου
τον ξάστερο ουρανό, πώς οι καμπάνες σειούνε
Όπου καρδιά, χαρμόσυνες λαχτάρες απαντούνε.
Ανάστασ’
είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι
κόκκινο αυγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι.
Όσ’
άστρα ’ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα
Όλ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.
Της
εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλήν οι στύλοι.
Ειρήνη! ειρήνη! φιληθείτε οχτροί μαζί και φίλοι.
Κώστας Βάρναλης
Ανάσταση, 1927
Α.
ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ
ΑΛ. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗΣ
ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗΣ
Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ
Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ
ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
Ζ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
ΣΤ. ΔΑΦΝΗΣ
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ
ΣΤΡ. ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ
Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ
ΣΠ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΤ. ΜΑΝΙΚΗΣ
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
Η. ΒΕΝΕΖΗΣ
Μ. ΑΞΙΩΤΗ
Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ
Κ. ΚΥΡΙΑΖΗΣ
Δ. ΛΟΥΚΑΤΟΣ
Γ. ΜΑΓΚΛΗΣ
Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ
Π. ΑΜΠΛΙΑΝΙΤΗΣ
Κ. ΡΩΜΑΙΟΣ
Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ
Θ. ΓΚΟΡΠΑΣ
Μ. ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ
Η.Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Π. ΚΑΛΙΟΤΣΟΣ
Ν. ΔΗΜΟΥ
Γ. ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
ΑΝΤ. ΣΟΥΡΟΥΝΗΣ
Γ. ΚΟΛΛΙΑΡΟΣ
Θ. ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ
Β. ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
Σ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Φ. ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Β. ΤΣΙΑΜΠΟΥΣΗΣ
Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
ΧΡ. ΜΠΟΥΛΩΤΗΣ
Κ. ΑΚΡΙΒΟΣ
Γ. ΠΑΛΑΒΟΣ
Μ. ΠΙΜΠΛΗΣ
Ν. Γ. ΞΥΔΑΚΗΣ
Πασχαλινά
κείμενα και αφηγήσεις, από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις μέρες μας.
Στο Δικό μας Πάσχα επιλέχθηκαν
πενήντα πέντε διηγήματα, κυρίως, από σαράντα έξι σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς
και δημιουργούς, με σκοπό τη συνύπαρξη και συνήχηση διαφορετικών φωνών σε ένα
πανοραμικό γιορταστικό πεδίο.
Στο σπίτι της πόλης, στο πατρικό του χωριού, στην εξοχική πλατεία, παντού όπου γιορτάζεται το χαρμόσυνο Πάσχα, σμίγουν αγαπημένα πρόσωπα γύρω από το παραδοσιακό τραπέζι, μέσα σε μια ατμόσφαιρα αναστάσιμης χαράς και ελπιδοφόρας προσμονής, σε πλήρη αρμονία με την αναγεννημένη ανοιξιάτικη φύση. Αυθεντικές ιστορίες, σελίδες λογοτεχνικές και αυτοβιογραφικές, αποτυπώνουν με γλαφυρότητα και ενέργεια, την κατανυκτική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας, τη νοσταλγία των παιδικών χρόνων, τη λυτρωτική αναστάσιμη ευφροσύνη.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
Παιδικό
Πάσχα
(Από
τη ζωή μου)
Το πρώτο σωτήριον έτος που άρχισα να γράφω στα τετράδια μου και τα βιβλία μου ήταν το 1874. Το θυμούμαι καλά, και μάλιστα το 4, που το έκανα – έλεγε ο πατέρας μου – σαν «αστροπελέκι». Πόσων χρονών να ’μουν τότε; Έξι, εφτά το πολύ. Για να ’χω όμως βιβλία και τετράδια, θα πη πως κάτι ήξερα, κάτι καταλάβαινα και μπορούσα να γουστάρω τα ωραία πράγματα. Κι η πατρίδα μου, η Ζάκυνθος, είχε τόσα εκείνο τον καιρό. Βρισκόταν, βλέπετε, σ’ όλη την ακμή του πολιτισμού της – η παρακμή άρχισε πολύ αργότερα – κι ένα από τα πιο ωραία πραγματικώς ήταν το Πάσχα, όπως μπορούσε να το γιορτάζη. Γιατ’ είχε όλα τα μέσα και τα εφόδια: εκκλησίες λαμπρότατες, θαυμάσιο κλήρο, δεσπότη περίφημο, ψαλτάδες μοναδικούς, εκκλησιαστική μουσική πολιτισμένη, μπάντες τέλειες, λαό πειθαρχημένο, δρόμους καλοστρωμένους, περιποιημένους – εκείνη η στράτα μαρίνα έλαμπε σα νεόκοπο νόμισμα – ωραίες πλατείες, σπίτια – παλάτια κι ένα μεγάλο λιμάνι, όπου τα κατάρτια των κάθε λογής σκαφών σχημάτιζαν δάσος. Μ’ αυτά τα μέσα και τα εφόδια, που δύσκολα θα βρίσκονταν, και τότε και σήμερα ακόμα, συγκεντρωμένα σε μια ελληνική πόλη, μπορεί κανείς να φαντασθή τη μεγαλοπρέπεια και την ωραιότητα που είχαν στη Ζάκυνθο οι εκκλησιαστικές κι οι άλλες τελετές.
Το Πάσχα άρχιζε απ’ την αυγή του Μεγάλου Σαββάτου και με τέτοιον τρόπο που αποτελεί μια από τις ζωηρότερες παιδικές μου αναμνήσεις. Ήταν μια γενική κωδωνοκρουσία την ώρα που έψαλλαν στη Μητρόπολη το «Ανάστα ο Θεός». Κατά το ζακυνθινό έθιμο, οι καμπάνες «εχήρευαν» – σώπαιναν – απ’ το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης. Και δεν ξαναχτυπούσαν, παρά την αυγή του Μεγάλου Σαββάτου. Αλλά όλες μαζί, από μεγάλα και μικρά καμπαναριά, αμέτρητα – καμπάνες μεγάλες, βαρύηχες, πολύβουες, σοβαρές, και καμπάνες μικρές, γλυκόφωνες, γοργές, πεταχτές – μια συναυλία, μια αρμονία αφάνταστη, που τρικυμίζει τον αέρα, ανεβαίνει, κατεβαίνει κι απλώνεται στα πέρατα. Πέφτουν μαζί και πιστολιές, αλαλιασμένα τα σκυλιά τρέχουν κι ουρλιάζουν, κι ακόμα κάνουν κρότους φοβερούς τα πήλινα κανάτια που τα πετούν απ’ τα παράθυρα για να σπάσουν «για το καλό», στις αυλές και στους δρόμους…
[Περιοδ.
Νέα Εστία,τχ. 592, 15.4.1952]
ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΛΟΥΚΑΤΟΣ
Η
πασχαλιάτικη οδός Αιόλου
(Μεγαλοβδόμαδο
του 1953)
Η
οδός Αιόλου στην Αθήνα είναι ο πιο χαρακτηριστικός δρόμος, για όσους θέλουν να
μελετήσουν το πρωτευουσιάνικο φολκλόρ, στις δυο μεγάλες γιορτές του χρόνου, την
Πρωτοχρονιά με τα Χριστούγεννα, και τη Λαμπρή με τη Μεγάλη Βδομάδα. Πάνω σε
κείνα τα ομοιόμορφα τραπεζάκια, που στήνονται από επινοητικούς
μικροεπιχειρηματίες (οικογένειες συνήθως, που βοηθιούνται από τα μέλη τους ή από
νεαρούς συνεταίρους), βρίσκει κανείς συγκεντρωμένα όλα τα μικροπράγματα που
απαιτούν σαν έθιμο οι μέρες αυτές, και που είναι η σύνθεση του πατροπαράδοτου
με την επιχειρηματική επινοητικότητα των πουλητάδων. Και τα δύο είναι στοιχεία
λαογραφικά. Έργο λαϊκό δεν είναι μόνο ό,τι δημιουργεί ο λαός, αλλά και ό,τι του
φτιάχνουν οι άλλοι, μαντεύοντας τις προτιμήσεις του, και του αρέσει. Από τη
συνεργασία μάλιστα αυτή βγαίνει συχνά και το χαρούμενο αποτέλεσμα της ανανέωσης
μιας παράδοσης, που αλλιώς θα χανόταν με τις παλιότερες γενιές.
Για
τα γιορταστικά μικροπράγματα, που σαν λατρευτικά σύνεργα αναζητιούνται τις
μέρες αυτές από το λαό, η οδός Αιόλου είναι ένα ζεστό χωνευτήρι, όπου
ανακατεύονται χρόνοι παλιοί και νεώτεροι, επαρχίες απ’ όλη την Ελλάδα και την
προσφυγική Ανατολή, ήθη, έθιμα, κι επινοήσεις, όχι μονάχα ελληνικά αλλά κι
ευρωπαϊκά και αμερικάνικα. Ο λαός πουλητής τα συγκεντρώνει όλα εκεί, αφού κάμει
υποσυνείδητα την πρώτη επιλογή του, κι ο λαός αγοραστής ρυθμίζει με τις
προτιμήσεις του και καθιερώνει το πέρασμα πολλών απ’ αυτά στη σύγχρονη εθνική ή
πρωτευουσιάνικη παράδοσή του.
Θα
δείξω σήμερα λίγη από την όψη και τα ποικίλα λαογραφικά στοιχεία που γέμισαν
την οδόν Αιόλου στην περίοδο τούτη του
Πάσχα. Θα έχει ενδιαφέρον να συμπληρωθεί ύστερα σαν δίπτυχο η μελέτη αυτή, με
το κοίταγμα του ίδιου δρόμου και τον Δεκέμβρη, τις μέρες της Πρωτοχρονιάς.
Μεγάλη Πέμπτη πρωί. Η πιο ζωηρή προπασχαλιάτικη μέρα της οδού Αιόλου, επειδή έχει συγκεντρωθεί μικροεμπόρευμα για τρεις κιόλας γιορτές: για τ’ αποψινά Δώδεκα Ευαγγέλια, για τον αυριανό Επιτάφιο και την έξοδο στους τάφους, και για τη μεθαυριανή Ανάσταση. Όλα δίνονται ανακατωτά στα τραπεζάκια της, το ίδιο όπως θ’ ανακατωθούν και στη χρησιμοποίησή τους από τον κόσμο, τις μέρες αυτές. Τα στεφάνια θα χρειαστούν στο Σταυρό κι αύριο να πάνε στους τάφουςτα κεριά θα κρατηθούν αύριο στον Επιτάφιο και μεθαύριο στην Ανάσταση˙οι βαφές θα χρειαστούν σήμερα ή το Σάββατο το πρωί για τ’ αυγά˙ και τα πυροτεχνήματα είναι για τα παιδιά, από απόψε ως την Αγάπη της Κυριακής. Ανάμεσά τους ξεφυτρώνουν κι άλλα, παράσιτα πες, εμπορεύματα της Βδομάδας: χτένες, μπαλόνια, κοχύλια, γραβάτες, μαντήλια, σημαίες κι αστέρες κινηματογραφικοί, που, επειδή έτυχε να είναι κι αυτά στρογγυλά ή πολύχρωμα, μπορούν να σταθούν κάπως άνετα στο πασχαλιάτικο πανηγύρι…
[Πασχαλινά και της Άνοιξης, εκδ. Φιλιππότη, 1980]
ΝΙΚΟΣ
ΔΗΜΟΥ
Ο
Αμλέτος στη Σπιανάδα
Στο
νου μου η λέξη «παράδεισος» σημαίνει ένα πράγμα: Πασχαλινή Κέρκυρα. Φαντάζομαι
τον παράδεισό μου σαν παράδεισο των αισθήσεων. Και σ’ όλο τον κόσμο, μόνο σ’
έναν τόπο, μόνο μία στιγμή, φτάνουν όλες οι αισθήσεις ταυτόχρονα στην κορύφωσή
τους.
Μεγάλο
Σάββατο πρωί, ώρα εννέα, στη Σπιανάδα.
Η
πρώτη ευτυχία έρχεται από την αίσθηση του χώρου. Τι ηδονή για την ψυχή, που
έχει χάσει τα μέτρα ανάμεσα στο συμπιεσμένο και στο απεριόριστο! Εδώ ο χώρος
λειτουργεί, αναπνέει. Έχει την άνεση, το ρυθμό και τα όρια που περιμένεις. Αισθάνεσαι
τοποθετημένος στις ανθρώπινες συντεταγμένες σου, στις σωστές σου αναλογίες.
Τίποτα δε σε πιέζει, όλα γύρω σου σε στηρίζουν , σε πλαισιώνουν. Esplanade, Σπιανάδα. Εδώ, η λέξη «πλατεία» βρίσκει το
πρώτο της νόημα.
Η
δεύτερη ευτυχία είναι η όραση. Βλέπεις το κερκυραϊκό φως, γλυκό, μελένιο, να
χαϊδεύει τις προσόψεις των σπιτιών του Λιστόν. (Α! οι προσόψεις της Κέρκυρας: πίνακες
τέχνης και φύσης, όπου τα χρώματα και η υγρασία παίζουν μόνο με τόνους και
ημιτόνια!) Βλέπεις τον καταγάλανο ουρανό (πάντα είναι γαλανός ο ουρανός το
Μεγάλο Σάββατο στην Κέρκυρα – ο Άγιος φροντίζει γι’ αυτό), μέσα από τα πορφυρά
λουλούδια του δέντρου του Ιούδα. Σε λίγο θα δεις τα χρυσά, τα γαλάζια και τα
κόκκινα της λιτανείας.
Πανηγύρι
έχει η όσφρηση. Όλη η Κέρκυρα, ένας κήπος. Ευωδιάζει τόσο έντονα, που, ώρες
ώρες, σε ζαλίζει. Πνοές πνοές έρχονται σαν μικρά κύματα οι μυρωδιές – κάθε
λουλούδι, κάθε δέντρο, κάθε πλαγιά και κάθε χωριό της Κέρκυρας σου στέλνει το
δικό του μήνυμα.
Όλα,
όμως, θα τα δέσει η ακοή, μόλις από μακριά ακουστούν οι ήχοι της μεγάλης
λιτανείας. Το μεγάλο Σάββατο, οι Κερκυραίοι περπατάνε τον Άγιό τους. Με
φιλαρμονική και στολές. Με σεβασμό και έξαρση. Με μουσική.
Μουσική
στην Κέρκυρα, που έχει περισσότερες φιλαρμονικές από κινηματογράφους. (Ένας
ορισμός του πολιτισμού; Όταν οι ασκούντες την τέχνη ξεπερνάνε τους θεατές;) Δεν
θα ξεχάσω ποτέ κάποιο πρώτο πρωινό ξύπνημα σ’ ένα παλιό, πανύψηλο ξενοδοχείο
της Σπιανάδας, όταν από κάθε παράθυρο ακουγόταν και άλλη μπάντα.
Στην
Κέρκυρα η μουσική δεν είναι ένας απλός ήχος. Γίνεται περιβάλλον. Γίνεται ζωή. Γίνεται
– τελικά – οι ακροατές της. Το κοινό δεν είναι δέκτης, αλλά τμήμα του έργου.
Κάποτε
αυτό θα το πούνε «χάπενινγκ».
Υπάρχει
ένα μουσικό κομμάτι που ακούγεται μόνο στην Κέρκυρα, μόνο στη λιτανεία ένα κομμάτι μελωδικό σαν τους κήπους της
Κέρκυρας, λυπημένο σαν την Εβδομάδα των Παθών, λυρικό σαν το ασημένιο φως των
ελαιώνων, ρυθμικό σαν το κύμα της θάλασσας: πένθιμο εμβατήριο από τον Άμλετ. Οι
Κερκυραίοι το λένε απλά «ο Αμλέτος».
Όταν,
λοιπόν, ανυψωθεί ο «Αμλέτος» σαν λυγμός και σαν έκταση πάνω από τις
κοκκινόχρυσες στολές της Παλαιάς Φιλαρμονικής, η αίσθηση δεν αντέχεται. Η ζωή
τεντώνει τόσο μέσα σου, που νομίζεις πως θα σπάσεις από ευτυχία. Σαν πόνος και
σαν βάλσαμο ο «Αμλέτος» κυματίζει πάνω απ’ την πλατεία κι εσύ γεύεσαι τον
παράδεισο σ’ αυτή τη Γη.
Δεκατρείς
φορές έχω ακούσει τον «Αμλέτο» στη Σπιανάδα, και κάθε φορά νομίζω πως η καρδιά
μου θα σταματήσει (και ίσως εύχομαι να σταματήσει, έτσι!). Αψηφώ την εορταστική
ταλαιπωρία, την τουριστική πολυκοσμία, τη βαρβαρότητα των ορεσίβιων (δίπλα
στους Επτανήσιους, όλοι εμείς είμαστε αρκούδες). Ό,τι και να γίνεται γύρω, ο
Άγιος και ο «Αμλέτος» νικάνε – και το θαύμα λειτουργεί κάθε Μεγάλο Σάββατο στη
Σπιανάδα...
[50
χρόνια, εκδ. Opera, 2003]






