Benvenuto marzo!
Καλώς ήρθες Μάρτη!
👉 I mesi
di Giovan Battista Basile
Οι μήνες,
του Giovan Battista Basile
Ένα
παραμύθι από την Ιταλία
Ο Τσιάννε και ο Λίζε
είναι δύο αδέλφια, ο ένας είναι πλούσιος και ο άλλος φτωχός: ο Λίζε, επειδή
είναι φτωχός και δεν δέχεται καμία βοήθεια από τον πλούσιο αδελφό του, φεύγει
μακριά και κάνει τόσο μεγάλη περιουσία που γίνεται ζάπλουτος. Ο άλλος, από
φθόνο, αναζητά την ίδια τύχη, αλλά όλα του πηγαίνουν τόσο στραβά που δεν μπορεί
να γλιτώσει από μια μεγάλη συμφορά χωρίς τη βοήθεια του αδελφού του.
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχαν δύο νεαρά αδέλφια που διέφεραν μεταξύ τους όσο η μέρα με τη νύχτα. Ο μεγαλύτερος, ο Τσιάννε, φιλάργυρος και εγωιστής, είχε καταφέρει να πλουτίσει υπερβολικά, ενώ ο μικρότερος, ο Λίζε, γενναιόδωρος και αλτρουιστής, είχε περιέλθει σε τέτοια φτώχεια που το πρωί δεν ήξερε τι θα έτρωγε το βράδυ. Παρόλα αυτά, ο Λίζε ήταν πάντα χαρούμενος και πρόθυμος να βοηθήσει τον πλησίον του, ενώ ο Τσιάννε, καχύποπτος με τους πάντες και δύσπιστος, υπέφερε από μια διαρκή κακοκεφιά.
Μια μέρα ο Λίζε σκέφτηκε: “Εδώ στο χωριό δεν πρόκειται να κάνω ποτέ την τύχη μου, και δεν μπορώ ούτε καν να ζητήσω από τον αδελφό μου να με βοηθήσει, γιατί θα του προξενούσα πολύ μεγάλη στεναχώρια. Είναι καλύτερα να φύγω. Είμαι νέος και έχω όρεξη για δουλειά˙ ο Ουρανός θα με βοηθήσει”.
Είπε και ελάλησε, και χωρίς να πάρει μαζί του ούτε ένα δισάκι, αφού δεν
κατείχε τίποτα, πήρε τον πρώτο δρόμο που είδε μπροστά του και ξεκίνησε,
ακολουθώντας τη μύτη του.
Διέσχισε διάφορες περιοχές, αλλά μάταια˙ η τύχη έμοιαζε να γυρίζει την
πλάτη στον νεαρό, ο οποίος όμως δεν είχε χάσει τη συνηθισμένη του καλή διάθεση.
— Καλησπέρα σας, κύριοι, είπε με σεβασμό και κάθισε παράμερα για
να μην ενοχλήσει. Οι δώδεκα χαρακτήρες γύρισαν όλοι μαζί να τον κοιτάξουν και,
παρατηρώντας ότι έσταζαν νερά από παντού πάνω του, παραμέρισαν λίγο.
— Υπάρχει θέση και για σένα, είπε ευγενικά ένας από αυτούς. Έλα μπροστά και κάθισε εδώ μαζί μας. Ο Λίζε δεν περίμενε δεύτερη
κουβέντα˙ έσυρε την καρέκλα του κοντά στη φλόγα και άπλωσε τα χέρια του στην
ευχάριστη ζέστη. Καθώς ζεσταινόταν, κοίταζε τον ταξιδιώτη που καθόταν δίπλα του
και παρατήρησε ότι ήταν ένας μάλλον νέος άνδρας, αλλά με όψη συνοφρυωμένη, σαν
κάποιος να τον είχε δυσαρεστήσει.
— Σε πέτυχε η καταιγίδα, ε; είπε ο άγνωστος που καθόταν δίπλα
του. Τι έχεις να πεις γι’ αυτόν τον παλιόκαιρο;
— Μα για τον μήνα Μάρτιο, επέμεινε ο άγνωστος, τι γνώμη έχεις; Μετά από μια
μέρα με ήλιο ακολουθεί μια μέρα με χιόνι˙ φυσάει λίγο χλιαρό αεράκι και αμέσως
μετά έρχεται ένας παγωμένος βοριάς. Έχουν δίκιο εκείνοι που τον αποκαλούν τρελό
και τον απεχθάνονται.
— Ω, όχι! αναφώνησε ο Λίζε ζωηρά. Φυσάει, ναι, αλλά ο άνεμος χρησιμεύει για να
διώχνει τα σύννεφα και να καθαρίζει καλά τον ουρανό. Χιονίζει, ναι, αλλά κανείς
δεν φοβάται, γιατί το μαρτιάτικο χιόνι έρχεται το βράδυ και φεύγει το πρωί. Και
στο κάτω - κάτω, είναι ο μήνας που αναγγέλλει την άνοιξη: αρκεί μια μέρα λιακάδας
για να γεμίσουν τα λιβάδια με λουλούδια.
Οι δώδεκα ταξιδιώτες είχαν ακούσει χαμογελώντας, και περισσότερο απ’ όλους
χαμογελούσε ο νεαρός άγνωστος που καθόταν δίπλα στον Λίζε.
Και πράγματι, οι δώδεκα ταξιδιώτες σηκώθηκαν και βγήκαν από το πανδοχείο,
ενώ ο Λίζε, έκπληκτος και άναυδος, τους ευχαριστούσε με όλη του την καρδιά.
Βγήκε και αυτός και συνέχισε τον δρόμο του, αλλά ένιωθε εξαντλημένος από την
κούραση.
“Τι να έχει άραγε εδώ μέσα;” αναρωτήθηκε ανοίγοντας το κουτάκι. “Θα ήθελα να βρεθώ μέσα σε μια ωραία άμαξα επενδυμένη με βελούδο, την οποία να σέρνουν δύο άλογα”.
Και αμέσως, η άμαξα σταμάτησε μπροστά σε μια πολυτελή σκηνή από κόκκινο δαμασκηνί ύφασμα, όπου ήταν ετοιμασμένο ένα μαλακό κρεβάτι. Ο νεαρός κοιμήθηκε του καλού καιρού και το πρωί ξύπνησε φρέσκος και ξεκούραστος. “Την βρήκα κιόλας την τύχη μου”, συμπέρανε. “Δεν μου μένει παρά να γυρίσω σπίτι για να αγκαλιάσω ξανά τον αδελφό μου. Αλλά θέλω ρούχα αντάξια ενός βασιλιά”. Και αμέσως εμφανίστηκε μια μεγαλοπρεπής στολή, όλη από μαύρο ύφασμα με κίτρινη μάλλινη φόδρα, κεντημένη με χρυσό και ασήμι.
Έτσι ο Λίζε επέστρεψε στο σπίτι και παρουσιάστηκε στον αδελφό του, ο οποίος
τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό.
— Πώς κατάφερες να γίνεις τόσο πλούσιος; ρώτησε αμέσως. Δείξε μου τον τρόπο και
μένα.
Ο Λίζε δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα: διηγήθηκε τη βραδιά που πέρασε στο πανδοχείο, τη συνάντηση με τους δώδεκα ταξιδιώτες και το δώρο που του είχαν κάνει.
Σέλωσε βιαστικά το άλογό του και έφυγε με ορμητικό καλπασμό προς το πανδοχείο της υπαίθρου. Έφτασε εκεί προς το βράδυ, αλλά στον δρόμο τον έπιασε μια σφοδρή καταιγίδα που τον έκανε μούσκεμα ως το κόκαλο. Γκρινιάζοντας γεμάτος κακοκεφιά, μπήκε στο πανδοχείο και είδε τους δώδεκα ταξιδιώτες καθισμένους κοντά στη φωτιά.
— Παραμερίστε λίγο, γιατί έχω κι εγώ το δικαίωμα να στεγνώσω, είπε απότομα. Ανάθεμα σε αυτόν τον καταραμένο μήνα Μάρτιο. Οι ταξιδιώτες τού έκαναν χώρο κοντά στη φωτιά, και ο νεαρός που καθόταν δίπλα του ρώτησε:
Οι δώδεκα ταξιδιώτες ήταν ακριβώς οι δώδεκα μήνες, και εκείνος που μιλούσε
ήταν ο ίδιος ο μήνας Μάρτιος. Έψαξε στο δισάκι του και έβγαλε ένα μακρύ
μπαστούνι.
— Δέξου το ως ενθύμιο από εμένα, είπε ευγενικά. Όταν διατάξεις: “Μπαστούνι, δώσ’ μου εκατό”, η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί
αμέσως.
“Εκατό σκούδα!*” σκέφτηκε ο Τσιάννε μέσα του, “Ζήτω!”. Οι ταξιδιώτες έφυγαν, και ο Τσιάννε βγήκε αμέσως μετά˙ πήδηξε στο άλογο και κάλπασε προς το σπίτι. Μόλις έφτασε σε μια ερημική τοποθεσία, σταμάτησε το άλογο και διέταξε το μπαστούνι:
— Μπαστούνι, δώσ’ μου εκατό! Αμέσως το μπαστούνι άρχισε να του ρίχνει μια βροχή από ξυλιές, και μάταια ο Τσιάννε άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει. Το μπαστούνι τον καταδίωκε και ούτε ένα χτύπημα δεν πήγαινε χαμένο. Τελικά, πονεμένος και γεμάτος καρούμπαλα, έφτασε στην πόρτα του σπιτιού του.
— Βοήθησέ με, αδελφέ μου! ικέτεψε. Αμέσως ο Λίζε άνοιξε το κουτάκι και διέταξε το μπαστούνι να σταματήσει. Επιτέλους το μπαστούνι σταμάτησε, και ο Τσιάννε μπόρεσε να πέσει στο κρεβάτι και να συνέλθει από τον φόβο και την κούραση.
— Αλίμονο, αλίμονο! Κλαψούριζε. Να το ωραίο δώρο που μου έκαναν οι φίλοι σου!
— Αυτή ήταν λοιπόν η επείγουσα δουλειά σου; ρώτησε ο Λίζε. Γιατί δεν μου είπες
την αλήθεια; Θα σου είχα μάθει πώς να φερθείς. Και τι ανάγκη έχεις, στο
κάτω - κάτω, από πλούτη; Έχουμε ήδη ένα κουτάκι: δεν φτάνει και για τους δύο;
Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Τσιάννε τού ζήτησε συγγνώμη για την περασμένη του
σκληρότητα και, αφού έκαναν μια συμφωνία σαν κι αυτές που κάνουν οι έμποροι για
να κρατούν ψηλά τις τιμές, απόλαυσαν μαζί την καλοτυχία τους. Από τότε και στο
εξής, ο Τσιάννε έλεγε καλά λόγια για το καθετί, όσο δυσάρεστο κι αν ήταν, γιατί “όποιος καεί με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι”.













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.